"Στην τέχνη, ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι λεπτεπίλετοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, αναζητούν το καινούριο, το παράδοξο, το πρωτότυπο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Και εγώ, από τον κυβισμό και έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονταν στο κεφάλι και όσο λιγότερο με καταλάβαιναν, τόσο περισσότερο με θαύμαζαν. με το να διασκεδάζω με αυτά τα παιχνίδια, με αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα... Και η διασημότητα για ένα ζωγράφο σημαίνει πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα όπως ξέρεις είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος. Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι καλλιτέχνης με τη μεγάλη και την παλιά σημασία της λέξης. Αυτοί ήταν μεγάλοι ζωγράφοι, ο Τζιότο, ο Ρέμπραντ, ο Τιτσιάνο, ο Γκόγια. Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών το και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε τη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγησή μου, πιο θλιβερή από όσο φαίνεται, αλλά έχει τη χάρη να είναι ειλικρινής."Pablo Diego Jose Fransisco de Paula Juan Nepomuceno Maria de los Remedios Cipriano de la Santisima Trinidad Ruiz y Picasso
Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011
Εξομολογήσεις...
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
Πρωτιές
Η πρώτη καλύτερή μου φίλη ήταν η γιαγιά μου. Κάθε μέρα μαζί, πότε θα παίρναμε το ταξί και θα κατεβαίναμε στον Πειραιά και πότε θα καθόμασταν σπίτι της να βλέπουμε Ελένη ( σσ Μενεγάκη) και να τρώμε φρυγανιές. Μίλαγε τραγουδιστά και η φωνή της ήταν βραχνή αλλά γλυκιά. Φορούσε πάντα μια σειρά μαργαριτάρια, ποδιά και τα γυαλιά της, ριχτά γύρω από το λαιμό της. Τα μαλλιά της ήταν κάτασπρα, a la garcon, ποτέ της δεν τα έβαψε. Με τάιζε γιαούρτι στα σκαλιά της πολυκατοικίας μου και έβαζε τον μπακάλη ( που είχε μαγαζί από κάτω ) να μου πετάει φυστίκια στο στόμα. Ήμουν μόλις 5, πήγαινα δεν πήγαινα νηπιαγωγείο. Είχε μια φίλη την Τασία, και ένα μικρό τετραδιάκι για τα τηλέφωνά της, γαλάζιο και παμπάλαιο. Δεν τα θυμόταν όλα απέξω.
Στο ντουλάπι, στο έπιπλο της τηλεόρασης, είχε ένα κόκκινο χαλασμένο τηλέφωνο, από τα παλιά, που γύρναγες γύρω-γύρω τα νούμερα και εγώ τα γύρναγα συνέχεια γιατί μου άρεσε ο ήχος που έκαναν. Πού και πού, άνοιγε την ντουλάπα της και μου έδινε μία τεράστια τσάντα που είχε μέσα άλλες τσάντες και ένα σωρό βραχιόλια. Η τσάντα μύριζε περίεργα, σαν σκόνη και κλεισούρα μαζί με δέρμα. Ακόμα μυρίζει έτσι. Το μεσημέρι η γιαγιά ήθελε πάντα να ξαπλώνει και μου έλεγε «Εγώ τώρα θα κοιμηθώ λίγο. Κάνε αν μπορείς κι εσύ ησυχία» κι εγώ έπαιζα δίπλα της με κάτι κούκλες. Δεν νομίζω να έκανα ιδιαίτερη ησυχία, παρόλα αυτά η γιαγιά φαινόταν να κοιμάται. Έκανα κούνια στο πί της, όταν χτύπησε το πόδι της και φώναζα συμπεθέρα τη συμπεθέρα της. Της έκανα έκπληξη στο νοσοκομείο κι εκείνη μου είπε ότι το ‘ξερε ότι θα πήγαινα να την δω. Κάθε πρωί ανέβαινε σπίτι με ένα πορτοκαλί τάπερ που το ‘χε γεμίσει πορτοκαλάδα. Κι έτσι την πρώτη ημέρα που δεν ήρθε, αρχικά μου έλειψε η πορτοκαλάδα. Και μετά μου έλειψε κι εκείνη.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)