Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα memoirs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα memoirs. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Σπήλαιο


            -    Μαμά τι είναι αυτό στον ουρανό;
-        Σύννεφο.
-         Και τι είναι το σύννεφο;
-         Είναι νερό που έγινε υδρατμός και το λέμε σύννεφο.
-          Με μαξιλάρι μοιάζει. Είσαι σίγουρη ότι το λένε σύννεφο;
-          Ναι.
-          Μαμά; Τι είναι υδρατμός;
-     Είναι νερό που είναι πολύ ζεστό. Όταν το νερό ζεσταίνεται πολύ γίνεται ατμός. Κάτι δηλαδή ανάμεσα σε αέρα και νερό.
-       Και αφού είναι κάτι ανάμεσα σε νερό και σε αέρα γιατί μοιάζει με μαξιλάρι; Αφού αυτό είναι άσπρο. Στο κρεβάτι σε υδρατμούς κοιμόμαστε;
-          Ώχου κουραστική είσαι. Δεν ξέρω. Ρώτα τον πατέρα σου.

Πώς διαβάζεται η ώρα; Πώς τρώμε με πηρούνι; Πώς καθόμαστε στην εκκλησία; Γιατί πρέπει να διαβάζουμε για το σχολείο; Γιατί κάνουμε το σταυρό μας; Που πάει κάποιος όταν πεθαίνει; Γιατί βρέχει; Γιατί κλαις;
Τα πιστεύουμε όλα. Γιατί έτσι;
Γιατί έτσι.
-          Μαμά, γιατί είμαστε πάντα μαζί;
-          Γιατί είμαι η μαμά σου και με έχεις ανάγκη.

Τα πιστεύουμε όλα.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Πρωτιές


Η  πρώτη καλύτερή μου φίλη ήταν η γιαγιά μου.  Κάθε μέρα μαζί,  πότε θα παίρναμε το ταξί και θα κατεβαίναμε στον Πειραιά και πότε θα καθόμασταν σπίτι της να βλέπουμε Ελένη ( σσ Μενεγάκη) και να τρώμε φρυγανιές.  Μίλαγε τραγουδιστά και η φωνή της ήταν βραχνή αλλά γλυκιά. Φορούσε πάντα μια σειρά μαργαριτάρια, ποδιά και τα γυαλιά της, ριχτά γύρω από το λαιμό της. Τα μαλλιά της ήταν κάτασπρα, a la garcon, ποτέ της δεν τα έβαψε. Με τάιζε γιαούρτι στα σκαλιά της πολυκατοικίας μου και έβαζε τον μπακάλη ( που είχε μαγαζί από κάτω ) να μου πετάει φυστίκια στο στόμα. Ήμουν μόλις 5, πήγαινα δεν πήγαινα νηπιαγωγείο. Είχε μια φίλη την Τασία, και ένα μικρό τετραδιάκι για τα τηλέφωνά της, γαλάζιο και παμπάλαιο. Δεν τα θυμόταν όλα απέξω.
Στο ντουλάπι, στο έπιπλο της τηλεόρασης, είχε ένα κόκκινο χαλασμένο τηλέφωνο, από τα παλιά, που γύρναγες  γύρω-γύρω τα νούμερα και εγώ τα γύρναγα συνέχεια γιατί μου άρεσε ο ήχος που έκαναν. Πού και πού, άνοιγε την ντουλάπα της και μου έδινε μία τεράστια τσάντα που είχε μέσα άλλες τσάντες και ένα σωρό βραχιόλια. Η τσάντα μύριζε περίεργα, σαν σκόνη και κλεισούρα μαζί με δέρμα. Ακόμα μυρίζει έτσι. Το μεσημέρι η γιαγιά ήθελε πάντα να ξαπλώνει και μου έλεγε    «Εγώ τώρα θα κοιμηθώ λίγο. Κάνε αν μπορείς κι εσύ ησυχία» κι εγώ έπαιζα δίπλα της με κάτι κούκλες. Δεν νομίζω να έκανα ιδιαίτερη ησυχία, παρόλα αυτά η γιαγιά φαινόταν να κοιμάται. Έκανα κούνια στο πί της, όταν χτύπησε το πόδι της και φώναζα συμπεθέρα τη συμπεθέρα της. Της έκανα έκπληξη στο νοσοκομείο κι εκείνη μου είπε ότι το ‘ξερε ότι θα πήγαινα να την δω. Κάθε πρωί ανέβαινε σπίτι με ένα πορτοκαλί τάπερ που το ‘χε γεμίσει πορτοκαλάδα. Κι έτσι την πρώτη ημέρα που δεν ήρθε, αρχικά μου έλειψε η πορτοκαλάδα. Και μετά μου έλειψε κι εκείνη.