Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Αμερικανάκι


"Άτομο ελληνικής ιθαγένειας και διαμονής, νεαρής κατ' αρχήν ηλικίας, που πάσχει από δουλικό μιμητισμό του λεγόμενου «αμερικανικού τρόπου ζωής».


Το εν λόγω άτομο παραδοσιακά λατρεύει τα μακντόναλντς, την κοκακόλα, το σινιέ ντύσιμο, τα επώνυμα προϊόντα γενικώς σε κάθε καταναλωτικό τομέα. Εκδηλώνει το θρησκευτικό του αίσθημα με το επιφώνημα ΟΜΙΤΖΙ! Απεχθάνεται την κουλτούρα, όπου κι αν ελλοχεύει αυτή (π.χ. βιβλία χωρίς εικόνες). Το λεξιλόγιό του αποτελείται από 300 ελληνικές και 300 ίνγκρικ λέξεις.


Σημαίνει ταυτόχρονα ότι το άτομο εμφορείται από την αφέλεια και ηλιθιότητα του γνησίου αμερικανακίου. Που κι αυτές όμως επικαθορίζονται πολιτιστικά, δεν αναφέρονται δηλαδή στο IQ του ατόμου, αλλά στην παντελή έλλειψη ευφυΐας ελληνικού τύπου: ως αντίθετο δηλαδή του καπάτσος, ανοιχτομάτης, αετονύχης, διαβόλου κάλτσα κλπ. Δεν αμφισβητείται ότι το αμερικανάκι μπορεί να φοιτήσει στο Χάρβαρντ ή στο ΜΙΤ, να κατασκευάσει διαστημόπλοια και να βαδίσει στο φεγγάρι. Όμως παρά τις ικανότητές του αυτές, ο ταξιτζής θα του πάρει τριπλή ταρίφα, ο εστιάτορας θα του φουσκώσει το λογαριασμό και η γκόμενα θα του τα φάει τα λεφτά.


Η έκφραση δεν πολυφοριέται πλέον μ' αυτή την έννοια. Λεγόταν πολύ κατά την πρώτη 10ετία της μεταπολίτευσης, όταν, ελέω Θεοδωράκη, επιγόνων του και κομματικών νεολαιών, ο πολιτιστικός σωβινισμός ήταν στα ντουζένια του και ο πολιτικός αντιαμερικανισμός εκδηλωνόταν και σε πολιτιστικό επίπεδο. Το ρέκβιεμ του όρου νομίζω τραγουδήθηκε από τον Τζιμάκο στο επικολυρικό «κάλλιο να 'μαι πεθαμένος παρά αμερικανάαααακιιιι». Διότι οι γενιές που γεννήθηκαν από κει και πέρα γαλουχήθηκαν στην εταιρική κουλτούρα και μυθολογία, που είναι στην πραγματικότητα ο «αμερικάνικος τρόπος ζωής», από βρέφη, με τους διαφημιστικούς βομβαρδισμούς από την άσβεστη τηλεόραση της οικίας τους και τις παιδικές ταινίες της Ντίσνεϋ ως αφήγηση, με τρόπο που αυτή εδραιώθηκε στα κατώτερα στρώματα του υποσυνειδήτου τους. Υπ' αυτή την έννοια δε θ' αργήσει ίσως για πολύ η μέρα που θα είμαστε όλοι αμερικανάκια, αλλά δε θα το γνωρίζουμε."*




Θέλω να ελπίζω ότι κάπου κάνεις λάθος.






*http://www.slang.gr/lemma/show/amerikanaki_8941/ 

Rum and Shame

Ντροπή και αίσχος στα Όσκαρ.

Σαν κακό άρλεκιν. Το trailer ήταν καλύτερο από την ταινία.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Μια φορά κι έναν καιρό....

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι. Διαφορετικό από τα άλλα. Ήθελε να μεγαλώσει γρήγορα. Αλλά όχι τόσο γρήγορα. Όχι εντελώς. 
Στο σχολείο την επαινούσαν για τα "Σκέφτομαι και γράφω" της. 
Είχε μεγάλη φαντασία. 
Τα άλλα κοριτσάκια τρόμαζαν όταν τους έλεγε ότι ήταν μάγισσα. Την πίστευαν.
 Γιατί όντως ήταν μάγισσα. 
Μια φίλη της τής είπε ότι έχει κίτρινα μαλλιά. 
"Τα ωραία μάτια μπαίνουν σε τζαμαρία" είπε εκείνη. 
Ιστορίες, ιστορίες, ιστορίες.
"Μπράβο" στην έκθεση.
Τώρα όμως δεν πιάνουν τα μαγικά της.
Εκείνη λέει ότι φταίνε οι μεγάλοι. 
Μα κι εκείνη να μεγαλώσει ήθελε.
Η φαντασία της έφτασε πάλι τα μαγευτικά επίπεδα.
Κι έτσι κάνει μαγικά στον εαυτό της. 
Λέει ότι "δεν έχει άλλη επιλογή."
Λέει ότι η "ζωή της θα εξαρτηθεί από αυτό."
Όπως είπαμε έχει μεγάλη φαντασία.
Φοβάται μήπως μέσα στα μαγικά της χάσει κι εκείνη τον εαυτό της.
"Μη φοβάσαι" της είπα εγώ. 
"Μόλις φας ξανά για πρωινό μπάλες χριστουγέννων θα αρχίσουν άλλα μαγικά."
Και τότε θα μείνει μόνο το όνειρο. 
Αν ήταν κακό το όνειρο, τότε θα παραμείνει ένα απλό κακό όνειρο.
Αν ήταν καλό το όνειρο, τότε θα γίνει ζωή.


Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Τελείες.

Μέρα.
Ξύπνημα. Γκρίνια. Αναμονή.
Καθυστέρηση.Πονοκέφαλος.Σκέψεις.Υποθέσεις.Φόβος.
Μάθημα. Άδειες κουβέντες. Άδειες σχέσεις.
"Περιμένω να χαθούμε"
Αναμονή. Αναμονή. Αναμονή.
Αδικαιολόγητες πράξεις.
Πολύ απλές. Χωρίς νόημα.
Γιατί έτσι. 
Γιατί έτσι;
Γι' αυτό.
Κρύα χέρια.
Ανασφάλεια. 
Ανασφάλεια. 
Αναμονή.
Βράδυ.
Μόνο τελείες.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Εξομολογήσεις...

"Στην τέχνη, ο λαός δεν αναζητά πλέον ανακούφιση και εξύψωση. Αλλά οι λεπτεπίλετοι, οι πλούσιοι, οι αργόσχολοι, αναζητούν το καινούριο, το παράδοξο, το πρωτότυπο, το ασυνήθιστο, το σκανδαλώδες. Και εγώ, από τον κυβισμό και έπειτα, ικανοποίησα τους σοφούς και τους κριτικούς με όλες τις ευμετάβλητες σαχλαμάρες που μου έρχονταν στο κεφάλι και όσο λιγότερο με καταλάβαιναν, τόσο περισσότερο με θαύμαζαν. με το να διασκεδάζω με αυτά τα παιχνίδια, με αυτές τις κουταμάρες, αυτές τις σπαζοκεφαλιές, έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα... Και η διασημότητα για ένα ζωγράφο σημαίνει πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτη. Και σήμερα όπως ξέρεις είμαι διάσημος, είμαι πλούσιος. Αλλά όταν βρίσκομαι μόνος με τον εαυτό μου, δεν έχω το κουράγιο να θεωρούμαι καλλιτέχνης με τη μεγάλη και την παλιά σημασία της λέξης. Αυτοί ήταν μεγάλοι ζωγράφοι, ο Τζιότο, ο Ρέμπραντ, ο Τιτσιάνο, ο Γκόγια. Δεν είμαι παρά ένας κοινός σαλτιμπάγκος, που κατάλαβε το πνεύμα των καιρών το και εξήντλησε όσο καλύτερα μπορούσε τη βλακεία, τη ματαιοδοξία, τη φιλοχρηματία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η εξομολόγησή μου, πιο θλιβερή από όσο φαίνεται, αλλά έχει τη χάρη να είναι ειλικρινής."
           Pablo Diego Jose Fransisco de Paula Juan Nepomuceno Maria de los Remedios Cipriano de la      Santisima Trinidad Ruiz y Picasso        



Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Πρωτιές


Η  πρώτη καλύτερή μου φίλη ήταν η γιαγιά μου.  Κάθε μέρα μαζί,  πότε θα παίρναμε το ταξί και θα κατεβαίναμε στον Πειραιά και πότε θα καθόμασταν σπίτι της να βλέπουμε Ελένη ( σσ Μενεγάκη) και να τρώμε φρυγανιές.  Μίλαγε τραγουδιστά και η φωνή της ήταν βραχνή αλλά γλυκιά. Φορούσε πάντα μια σειρά μαργαριτάρια, ποδιά και τα γυαλιά της, ριχτά γύρω από το λαιμό της. Τα μαλλιά της ήταν κάτασπρα, a la garcon, ποτέ της δεν τα έβαψε. Με τάιζε γιαούρτι στα σκαλιά της πολυκατοικίας μου και έβαζε τον μπακάλη ( που είχε μαγαζί από κάτω ) να μου πετάει φυστίκια στο στόμα. Ήμουν μόλις 5, πήγαινα δεν πήγαινα νηπιαγωγείο. Είχε μια φίλη την Τασία, και ένα μικρό τετραδιάκι για τα τηλέφωνά της, γαλάζιο και παμπάλαιο. Δεν τα θυμόταν όλα απέξω.
Στο ντουλάπι, στο έπιπλο της τηλεόρασης, είχε ένα κόκκινο χαλασμένο τηλέφωνο, από τα παλιά, που γύρναγες  γύρω-γύρω τα νούμερα και εγώ τα γύρναγα συνέχεια γιατί μου άρεσε ο ήχος που έκαναν. Πού και πού, άνοιγε την ντουλάπα της και μου έδινε μία τεράστια τσάντα που είχε μέσα άλλες τσάντες και ένα σωρό βραχιόλια. Η τσάντα μύριζε περίεργα, σαν σκόνη και κλεισούρα μαζί με δέρμα. Ακόμα μυρίζει έτσι. Το μεσημέρι η γιαγιά ήθελε πάντα να ξαπλώνει και μου έλεγε    «Εγώ τώρα θα κοιμηθώ λίγο. Κάνε αν μπορείς κι εσύ ησυχία» κι εγώ έπαιζα δίπλα της με κάτι κούκλες. Δεν νομίζω να έκανα ιδιαίτερη ησυχία, παρόλα αυτά η γιαγιά φαινόταν να κοιμάται. Έκανα κούνια στο πί της, όταν χτύπησε το πόδι της και φώναζα συμπεθέρα τη συμπεθέρα της. Της έκανα έκπληξη στο νοσοκομείο κι εκείνη μου είπε ότι το ‘ξερε ότι θα πήγαινα να την δω. Κάθε πρωί ανέβαινε σπίτι με ένα πορτοκαλί τάπερ που το ‘χε γεμίσει πορτοκαλάδα. Κι έτσι την πρώτη ημέρα που δεν ήρθε, αρχικά μου έλειψε η πορτοκαλάδα. Και μετά μου έλειψε κι εκείνη.